LSJχασμ-έομαιGlossχασμ-έομαι , = χασμάομαι, εἰς ταύταν χασμεύμενος Theoc. 4.53 .χασμ-έομαι,A.= χασμάομαι, εἰς ταύταν χασμεύμενοςTheoc. 4.53 .ReferencesTheoc. 4.53