χᾰτέω, Ep. Verb, used by Hom. only inpres.: later,impf.
A.
χατέεσκε
Nonn. D. 4.56
.
I. c.inf.,crave, need,
οὐδέ τις ἡμῖν δόρπου μνῆστις ἔην, μάλα περ χατέουσιν ἑλέσθαι
Od. 13.280
; δμῶες χατέουσιν ἀντία δεσποίνης φάσθαι
15.376
: abs., χατέοντί περ ἔμπης
Il. 15.399
, cf. 9.518 ; μάλα περ χατέουσα
Od. 2.249
.
II. c. gen.,want, have need of,