χειμάρροος,ον, contr.
χείμ-ρρους,ουν, and shortenedχείμαρρος,ον: (χεῖμα, ῥέω):—
A. winter-flowing, swollen by rain and melted snow,of mountain-streams,
I. joined withποταμός, ὅν τε[the stone] ποταμὸς χειμάρροος ὤσῃ
Il. 13.138
; ὡς δ' ὁπότε πλήθων ποταμὸς πεδίονδε κάτεισιν χειμάρρους κατ' ὄρεσφιν
11.493
: freq. in contracted forms, ποταμῷ πλήθοντι ἐοικὼς χειμάρρῳ
5.88
; ὡς δ' ὅτε χείμαρροι ποταμοὶ κατ' ὄρεσφι ῥέοντες
4.452
; χειμάρρῳ ποταμῷ ἴκελος
Hdt. 3.81
, cf. Thgn. 348 ; παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις
S. Ant. 712