χειρουργ-έω,
A. do with the hand, execute,
διακονήσασα καὶ χειρουργήσασα
Antipho 1.20
; esp. ofacts of violence,
νεανίσκοι, οἷς ἐχρῶντο εἴ τί που δέοι χειρουργεῖν
Th. 8.69
, cf. Aeschin. 2.117 .
2. make by hand, build,
οἰκοδομίαν
Ael. NA 3.24
:— Pass. , πολλὰ γυμνάσια ἐκεχειρούργητο
Pl. Criti. 117c
.
b. use as material, work in, ἐλέφανταcj. in Ael. NA 17.32 .
3. practisean art, esp. of music, ᾄδοντές τε καὶ χειρουργοῦντες