LSJχερδαμός:Glossχερδαμός: λίθος πληρῶν τὴν χεῖρα, Hsch. (i.e. χερμάδιος ).χερδαμός: λίθος πληρῶν τὴν χεῖρα,Hsch. (i.e.χερμάδιος).