χηλός,ἡ,
A. large chest, coffer,
χηλοῦ δ' ἀπὸ πῶμ' ἀνέῳγε καλῆς δαιδαλέης
Il. 16.221
; ἐϋξέστῃ ἐνὶ χηλῷ
Od. 13.10
, etc.; κενεᾶς ἐν πυθμένι χηλοῦ
Theoc. 16.10
.
II. coffin,
IG 12(8).600.6 (Thasos).
large chest, coffer,
χηλός,ἡ,
A. large chest, coffer,
χηλοῦ δ' ἀπὸ πῶμ' ἀνέῳγε καλῆς δαιδαλέης
Il. 16.221
; ἐϋξέστῃ ἐνὶ χηλῷ
Od. 13.10
, etc.; κενεᾶς ἐν πυθμένι χηλοῦ
Theoc. 16.10
.
II. coffin,
IG 12(8).600.6 (Thasos).