χήν,ὁandἡ, Dor.
χάν(q.v.), gen.χηνός: Ion. gen. pl.χηνῶν(notχηνέων) Hdt. 2.45 ; irreg. acc. pl.
A.
χένας
AP 7.546
:—wild goose, Anser cinereus,
χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων
Il. 2.460
; χ. πλατυγίζων καὶ κεχηνώς
Eub. 115
, cf. Arist. HA 593b22 ; εἰ μὴ σὺ χηνὸς ἧπαρ ἢ ψυχὴν ἔχεις
Eub. 101
.
2. tame goose,
χῆν' ἥρπαξ' ἀτιταλλομένην ἐνὶ οἴκῳ
Od. 15.174
, cf. 161 ; χῆνές μοι κατὰ οἶκον ἐείκοσι πυρὸν ἔδουσιν