χθᾰμᾰλός,ή,όν,
A. near the ground, on the ground, low,
εὐναί
Od. 11.194
; σκόπελος -ώτερος
12.101
; τεῖχος -ώτατον
Il. 13.683
, cf. Plu. Arat. 18 ; οἰκοδομεῖν -ώτερα τὰ πρὸς ἄρκτον
X. Mem. 3.8.9
; χ. Αἴγυπτος
Theoc. 17.79
; λόφοι -ώτεροι
Plb. 10.10.7
; χ. δένδρα
Plu. 2.320c
;τὰ χ.ib. 103e ; τὴν πόλιν ἐν τῷ χ. κεῖσθαι