χιδά: φρικτή,
Hsch.
χίδαδον: τὸ παιδίον,Id. (leg.χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον).
χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον, Id. (leg. χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον ).
χιδά: φρικτή,
Hsch.
χίδαδον: τὸ παιδίον,Id. (leg.χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον).