χίδαι: ἀντὶ τοῦ< . . > (Cret.), Id.χιδαλέον: τυφλόν, ἄγαμον, πεφρικός,Id.χιδᾶν: χ<ε>ιμάζεσθαι, δειλιᾶν,Id.χίδηλος, etym. ofκίβδηλος,
Eust. 1462.43 .
χίδαι: ἀντὶ τοῦ < . . > (Cret.), Id. χιδαλέον: τυφλόν, ἄγαμον, πεφρικός, Id. χιδᾶν: χ<ε> ιμάζεσθαι , δειλιᾶν, Id. χίδηλος , etym. of κίβδηλος, Eust. 1462.43 .
χίδαι: ἀντὶ τοῦ< . . > (Cret.), Id.χιδαλέον: τυφλόν, ἄγαμον, πεφρικός,Id.χιδᾶν: χ<ε>ιμάζεσθαι, δειλιᾶν,Id.χίδηλος, etym. ofκίβδηλος,
Eust. 1462.43 .