χῐτών, in Ion. Proseκῐθών,ῶνος , ὁ(also prob. in Sammelb. 4291 ), Dor.
κῐτών(q. v.):—
A. garment worn next the skin, tunic.
I. in early times, only ofa man's tunic(the woman's beingπέπλος,Sch.BT Il. 2.42 ), χιτῶνα περὶ χροί̈ δῦνεν
Od. 15.60
; κιθῶνας ὑποδύνειν τοῖσι εἵμασι
Hdt. 1.155
: sts. with a girdle, Od. 14.72 ; τερμιόεις
19.242
, Hes. Op. 537 ;μαλακός, ἐύ̈ννητος,
Od. 1.437 , Il. 24.580 ; [ χ.] λαμπρός . . ἠέλιος ὥς
Od. 19.234
; χλαῖνάν τε χιτῶνά τε
14.132
, 154 ; οἱ δ' ἀροτῆρες ἤρεικον χθόνα δῖαν ἐπιστολάδην δὲ χιτῶνας ἐστάλατ'