LSJχλαινοθήραςGlossχλαινοθήρας , ου , ὁ , = λωποδύτης , Eust. 1863.59 .χλαινοθήρας,ου,ὁ,A.= λωποδύτης , Eust. 1863.59 .ReferencesEust. 1863.59