χλῐδ-ή,ἡ,
A. delicacy, luxury, effeminacy,
ἐπὶ πλεῖστον χλιδῆς ἀπίκετο
Hdt. 6.127
; ἄγαλμα τῆς ὑπερπλούτου χ.
A. Pr. 466
; εὐνῆς παροψώνημα τῆς ἐμῆς χ.
Id. Ag. 1447
; οἶκος ὀγκωθεὶς χλιδῇ
S. Fr. 942
; τρυφή, ἁβρότης, χ.
Pl. Smp. 197d
; ἐν χλιδῇ τεθράμμεθα
X. Cyr. 4.5.54
.
2. wantonness, insolence,
μή τοι χλιδῇ δοκεῖτε μηδ' αὐθαδίᾳ σιγᾶν με