χλίω [ῑ],
A. luxuriate, revel,
ἐν τοῖσι σοῖς πόνοισι χλίουσιν μέγα
A. Ch. 137
; ὅμιλον . . πέπλοισι βαρβάροισι . . χλίοντα
Id. Supp. 236
.
luxuriate, revel,
χλίω [ῑ],
A. luxuriate, revel,
ἐν τοῖσι σοῖς πόνοισι χλίουσιν μέγα
A. Ch. 137
; ὅμιλον . . πέπλοισι βαρβάροισι . . χλίοντα
Id. Supp. 236
.