LSJχλό-ασμαGlossχλό-ασμα , ατος , τό , f.l. for χλώρασμα , Gal. 17(1).929 .χλό-ασμα,ατος,τό,A.f.l. for χλώρασμα , Gal. 17(1).929 .ReferencesGal. 17(1).929