χοινίκ-η [ῐ],ἡ,
A.
= τοῦ τροχοῦ ἐν ᾧ στρέφεται ὁ ἄξων , Hsch. (s. v.l.; cf. χοινικίς
1
).
χοινίκ-η [ῐ] , ἡ , = τοῦ τροχοῦ ἐν ᾧ στρέφεται ὁ ἄξων , Hsch. (s. v.l.; cf. χοινικίς 1 ).
χοινίκ-η [ῐ],ἡ,
A.
= τοῦ τροχοῦ ἐν ᾧ στρέφεται ὁ ἄξων , Hsch. (s. v.l.; cf. χοινικίς
1
).