LSJχρησμο-λάλοςGlossχρησμο-λάλος [ᾰ] , ον , = χρησμολόγος, τρίποδες Orac. in App.Anth. 6.82.10 .χρησμο-λάλος [ᾰ],ον,A.= χρησμολόγος, τρίποδες Orac. in App.Anth. 6.82.10 .ReferencesApp.Anth. 6.82.10