LSJχρῡσεό-νωτοςGlossχρῡσεό-νωτος , ον , = χρυσόνωτος, ἀσπίς E. Fr. 159 (lyr.).χρῡσεό-νωτος,ον,A.= χρυσόνωτος, ἀσπίςE. Fr. 159 (lyr.).ReferencesE. Fr. 159