χρῡσο-πράσιος [ᾰ] λίθος,ὁ, =sq., PHolm. 11.10 ;-ίου(perh. neut.)ποίησιςib. 5 .
χρῡσο-πράσιος
Gloss
χρῡσο-πράσιος [ᾰ] λίθος, ὁ , = sq., PHolm. 11.10 ; -ίου (perh. neut.) ποίησις ib. 5 .
χρῡσο-πράσιος [ᾰ] λίθος, ὁ , = sq., PHolm. 11.10 ; -ίου (perh. neut.) ποίησις ib. 5 .
χρῡσο-πράσιος [ᾰ] λίθος,ὁ, =sq., PHolm. 11.10 ;-ίου(perh. neut.)ποίησιςib. 5 .