ἄπαργμα,ατος,τό,
A.
= ἀπαρχή (q.v.), in pl., Ar. Pax 1056 , Lyc. 106 .
II.
= μασχαλίσματα , EM 118.22 .
ἄπαργμα , ατος , τό , = ἀπαρχή (q.v.), in pl., Ar. Pax 1056 , Lyc. 106 . = μασχαλίσματα , EM 118.22 .
ἄπαργμα,ατος,τό,
A.
= ἀπαρχή (q.v.), in pl., Ar. Pax 1056 , Lyc. 106 .
II.
= μασχαλίσματα , EM 118.22 .