ψαινούζειν: διὰ ῥ.πισμοῦ καταψύχειν. γὰρ δὲ καὶ δραπισμοῦ,Id. (Fort.ψαινυθίζειν: διὰ ῥιπισμοῦ κ., γῥάφεταἰ δὲ καὶ διὰ πρισμοῦ καταψήχειν.)
ψαινούζειν:
Gloss
ψαινούζειν: διὰ ῥ.πισμοῦ καταψύχειν. γὰρ δὲ καὶ δραπισμοῦ, Id. (Fort. ψαινυθίζειν: διὰ ῥιπισμοῦ κ., γῥάφεταἰ δὲ καὶ διὰ πρισμοῦ καταψήχειν. )