ψᾰκάς, Ion. and later (cf. Moer. p.419 P.)ψεκάς,άδος , ἡ:—
A. drop of rain,
ὅταν μὲν κατὰ μικρὰ φέρηται, ψακάδες, ὅταν δὲ κατὰ μείζω μόρια, ὑετὸς καλεῖται
Arist. Mete. 347a11
, cf. 348a7 , al.;particle,ib. 373b16 : mostly collect.,drizzle, ψακὰς δὲ λήγει,i. e. heavy rain (ὄμβρος) is coming, A. Ag. 1534 (lyr.); opp.ὑετοί,
X. Cyn. 5.4 (pl.); ὕσθησαν αἱ Θῆβαι ψακάδι
Hdt. 3.10
: generally,rain,
ὑπὸ στέγῃ πυκνῆς ἀκοῦσαι ψακάδος
S. Fr. 636
, cf. E. Hel. 2 , Ar. Th. 856 ; soψεκάς
Hp. Epid. 2.3.1 : ψεκάδες showers,
Gal. 17(1).37
; alsoφοίνισσα ψακάς a showerof blood, Simon. 106 ; βάλλει μ' ἐρεμνῇ ψακάδι φοινίας δρόσου
A. Ag. 1390