LSJψαστής:Glossψαστής: τὰ ψαιστὰ ῥόδα, Hsch. (Perh. ψᾴστ' ἦς (i. e. ψαιστὰ ἦν? ) , Ῥόδιοι. )ψαστής: τὰ ψαιστὰ ῥόδα,Hsch. (Perh.ψᾴστ' ἦς(i. e.ψαιστὰ ἦν?), Ῥόδιοι.)