LSJψᾱφερόςGlossψᾱφερός , ή , όν , Ion. for ψαφαρός (q. v.). ψάφιγμα , v. ψήφισμα.ψᾱφερός,ή,όν, Ion. forψαφαρός(q. v.).ψάφιγμα,A.v. ψήφισμα.Related Lemmasψάφιγμα