ψεῦδος,εος,τό, Ep. dat. pl.ψεύδεσσι,
A.
v. ψευδής
1.2 : (ψεύδω):—falsehood, lie,
ψεύδεα . . ἐτύμοισιν ὁμοῖα
Od. 19.203
, Hes. Th. 27 ; ψεῦδός κεν φαῖμεν
Il. 2.81
; ψεῦδος δ' οὐκ ἐρέει
Od. 3.20
;εἴ τε ψεῦδος ὑπόσχεσις εἴ τε καὶ οὐκίwhether the promise be alieor no, Il. 2.349 ; οὔτι ψεῦδος ἐμὰς ἄτας κατέλεξας
9.115
; ψεύδεσσιν θέλγειν τινά
21.276
, cf. 23.576 , Od. 14.387 ; οὐ ψεύδεϊ τέγξω λόγον
Pi. O. 4.19
;ψ. ποικίλα, αἰόλον ψ.,