ψευδ-ώνῠμος,ον,
A. under a false name, falsely called,
Ὑβριστὴν ποταμὸν οὐ ψευδώνυμον
A. Pr. 717
; πανδίκως ψ.
Id. Th. 670
; οὔνομα δ' Εὐτυχίδης: ψευδώνυμον ἀλλά με δαίμων θῆκεν ἀφαρπάξας
IG 3.1308
; ψ. θεοί
Ph. 2.161
, cf. 2.599 ; ψ. γνῶσις
1 Ep.Ti. 6.21
; φιλόσοφος ψευδεπίγραφος καὶ ψ.
Plu. 2.479e
; opp. ἀληθής, τὸ μεριστὸν ψ.
Dam. Pr. 399
.Adv. -μως by a false name,