ψέφω, in3 sg. ψέφει: δέδοικεν, ἐντρέπει, λυπεῖ, φροντίζει,
Hsch. : cf.μετα-ψέφω;also prob.ἐπί-σσοφος.
ψέφω , in 3 sg. ψέφει: δέδοικεν, ἐντρέπει, λυπεῖ, φροντίζει, Hsch. : cf. μετα-ψέφω; also prob. ἐπί-σσοφος.
ψέφω, in3 sg. ψέφει: δέδοικεν, ἐντρέπει, λυπεῖ, φροντίζει,
Hsch. : cf.μετα-ψέφω;also prob.ἐπί-σσοφος.