LSJψηρόςGlossψηρός , ά , όν , = ξηρός , Suid. ; cf. μες<ς> όψηρον , and perh. ψαρός (B).ψηρός,ά,όν,A.= ξηρός , Suid. ; cf.μες<ς>όψηρον,and perh.ψαρός(B).ReferencesSuid.