ψίαι: ἀλώπεκες,
Hsch. (cf.ψύα); alsoψειαί: ἀλώπεκες, ψῆφοι,Id.ψῐαίνω,aor. inf. ψιῆναι: ψίξαι,Id., Suid. (ψέξαιcodd.); cf.σιαίνω.
ψίαι: ἀλώπεκες, Hsch. (cf. ψύα ); also ψειαί: ἀλώπεκες, ψῆφοι, Id. ψῐαίνω , aor. inf. ψιῆναι: ψίξαι, Id., Suid. ( ψέξαι codd.); cf. σιαίνω.
ψίαι: ἀλώπεκες,
Hsch. (cf.ψύα); alsoψειαί: ἀλώπεκες, ψῆφοι,Id.ψῐαίνω,aor. inf. ψιῆναι: ψίξαι,Id., Suid. (ψέξαιcodd.); cf.σιαίνω.