ψῐάς,άδος,ἡ,
A.
= ψακάς ,drop, αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε(sc.Ζεύς) Il. 16.459 , cf. Hes. Sc. 384 : alsoψίαξ,ακος, (pl.), Hsch. ; cf.ψίδες.
drop,
ψῐάς,άδος,ἡ,
A.
= ψακάς ,drop, αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε(sc.Ζεύς) Il. 16.459 , cf. Hes. Sc. 384 : alsoψίαξ,ακος, (pl.), Hsch. ; cf.ψίδες.