LSJψίλαξGlossψίλαξ (A) [ ῑ], ακος , ὁ , = ψιλός , Ar. Fr. 891 .ψίλαξ(A) [ῑ],ακος,ὁ,A.= ψιλός , Ar. Fr. 891 .ReferencesAr. Fr. 891