ψιλεύς,έως,ὁ, in pl.ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες,
Hsch. ;ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος,
Suid.
ψιλεύς , έως , ὁ , in pl. ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες, Hsch. ; ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος, Suid.
ψιλεύς,έως,ὁ, in pl.ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες,
Hsch. ;ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος,
Suid.