ψόγος,ὁ, (ψέγω)
A. blamable fault, blemish, flaw,
ἄνευ ψόγου τετυγμένος
Simon. 5.2
.
II. blame, censure,
ὀνείδεα καὶ ψ.
Xenoph. 11.2
; σκοτεινὸς ψ.
Pi. N. 7.61
; μὴ τὸν ἀνθρώπειον αἰδεσθῇ ψόγον
A. Ag. 937
, cf. E. Ph. 94 : pl., ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις ἐμέ
S. Ant. 759
;οὐ ψιλῶ ψόγους κλύεινcj. forψόφουςin E. Ion 630 ; also in Com. and Prose, Ar. Th. 146 , 895 , etc.; τοῖς πέλας ψ. ἐπενεγκεῖν
Th. 1.70
, cf. 2.45 ; ψ. φέρειν