LSJψῡχογον-ικόςGlossofψῡχογον-ικός,ή,όν,A. oforforψυχογονία, ὁ ἓξ ἀριθμὸς ψ. ἐστινLyd. Mens. 2.11, cf. Theol.Ar. 40 .ReferencesLyd. Mens. 2.11Theol.Ar. 40