ὠκῠ-πόδης,ου,ὁ, poet. for
A.
ὠκύπους, δρόμος
AP 5.222
( Maced. ); λαγωός
9.371
: in Dor. form,-ὠκυπόδας
Ἄδραστος
E.Hyps.Fr. 1 ii 34
(lyr.).
ὠκῠ-πόδης , ου , ὁ , poet. for ὠκύπους, δρόμος AP 5.222 ( Maced. ); λαγωός 9.371 : in Dor. form, -ὠκυπόδας Ἄδραστος E.Hyps.Fr. 1 ii 34 (lyr.).
ὠκῠ-πόδης,ου,ὁ, poet. for
A.
ὠκύπους, δρόμος
AP 5.222
( Maced. ); λαγωός
9.371
: in Dor. form,-ὠκυπόδας
Ἄδραστος
E.Hyps.Fr. 1 ii 34
(lyr.).