ὠν-ητός,ή,όν, alsoός,όν, E. Hel. 816 :—
A. bought,of slaves, ἐμὲ δ' ὠνητὴ τέκε μήτηρ
Od. 14.202
; δοῦλος οὐκ ὠνητὸς ἀλλ' οἴκοι τραφείς
S. OT 1123
, cf. E. Hec. 365 , Pl. Lg. 841d , etc.; opp.μίσθιος,
Plu. Lyc. 16 : butὠνητὴ δύναμιςamercenaryforce, opp.οἰκεία,
Th. 1.121 ;ὠν. σῖτος,opp.δωρητός,
Plu. Cor. 16 .
II. to be bought, that may be bought,
ἐλπίς
E. Hel. 816
; λόγοι
Id. Fr. 978
; βασιλεῖαι
Pl. R. 544d
; ἀρχαί