ὠρίζω,3 sg. ὠρίζει: ὑπνοῖ, ὁμιλεῖ, φροντίζει, μεριμνᾷ, ἀδολεσχεῖ,
Hsch. (i. e. partlyὡρίζειfr.
A.
ὧρος
1
, partlyὠρ-
= ὀαρ- , and partlyὠρίζειfr.ὤρα).
ὠρίζω , 3 sg. ὠρίζει: ὑπνοῖ, ὁμιλεῖ, φροντίζει, μεριμνᾷ, ἀδολεσχεῖ, Hsch. (i. e. partly ὡρίζει fr. ὧρος 1 , partly ὠρ- = ὀαρ- , and partly ὠρίζει fr. ὤρα ).
ὠρίζω,3 sg. ὠρίζει: ὑπνοῖ, ὁμιλεῖ, φροντίζει, μεριμνᾷ, ἀδολεσχεῖ,
Hsch. (i. e. partlyὡρίζειfr.
A.
ὧρος
1
, partlyὠρ-
= ὀαρ- , and partlyὠρίζειfr.ὤρα).