ἀπαυδ-άω,
A. forbid,abs., ἐγὼ δ' ἀπαυδῶ γ'
S. Ph. 1293
; freq. folld. byμήc.inf., τὸν ἄνδρ' ἀπηύδα . . στέγης μὴ ἔξω παρήκειν
Id. Aj. 741
; τὸν ἄνδρ' ἀπαυδῶ τῆσδε γῆς . . μὴ εἰσδέχεσθαί τινα
Id. OT 236
, cf. E. Rh. 934 , Supp. 468 , Ar. Eq. 1072 : with implied neg., ἀ. ἐξίστασθαι μύσταισι χοροῖς
Id. Ra. 369
.
II. decline, refuse, οὔκουν ἀπαυδᾶν δυνατόν ἐστίμοι πόνους
E. Supp. 342 ;renounce,
νεῖκος ἀ.
Theoc. 22.129
;say no,
APl. 4.299 .