ὡσείorὡς εἰ, Adv.
A. as if, as though; with various moods:
I. c. opt., ἴσαν, ὡς εἴ τε πυρὶ χθὼν πᾶσα νέμοιτο
Il. 2.780
, cf. 11.389 , Od. 9.314 , etc.
2. ὡσεί τεc.subj., ἐρίλης' ὡς εἴ τε πατὴρ ὃν παῖδα φιλήσῃ
Il. 9.481
.
3. ὡς εἰorὡς εἴ τε,c.indic., ἕπονθ' ὡς εἴ τε μετὰ κτίλον ἕσπετο μῆλα
Il. 13.492
; φιάλαν ὡς εἴ τις . . δωρήσεται
Pi. O. 7.1
.
II. in comparisons,like, just as,
Il. 16.59 , Od. 7.36 , Hes. Sc. 290 , B. 11.1 , S. Ant. 653 , El. 234 (lyr.), etc.: c.part., Il. 5.374 , Hes. Sc. 194 ; ὡς εἴ τε
Il. 11.474