ἀπειλ-ή,ἡ, mostly in pl.,
A. boastful promises, boasts,
ποῦ τοι ἀπειλαὶ ἃς . . ὑπίσχεο οἰνοποτάζων;
Il. 20.83
; μέχρι τῶν ἀπειλῶν γενναῖος
Lib. Or. 59.118
, cf. Eust. 704.28 .
II. commonly in pl.,threats,
ποῦ τοι ἀπειλαὶ οἴχονται τὰς Τρωσὶν ἀπείλεον υἷες Ἀχαιῶν;
Il. 13.219
; οὐδὲ . . λήθετ' ἀπειλάων τὰς ἀντιθέῳ Ὀδυσῆι πρῶτον ἐπηπείλησεν
Od. 13.126
, cf. Il. 16.200 , Hdt. 6.32 ; εὐθύνειν ἀπειλαῖς καὶ πληγαῖς
Pl. Prt. 325d
, cf. A. Pr. 175 (lyr.): in sg., S. Ant. 753 , Th. 4.126 ; ἀπειλῆς ἕνεκα τοῖς ἐν τῷ Ταρτάρῳ
Arist. APo. 94b33