LSJἀπείλ-ημαGlossἀπείλ-ημα , ατος , τό , = ἀπειλή , S. OC 660 (pl.).ἀπείλ-ημα,ατος,τό,A.= ἀπειλή , S. OC 660 (pl.).ReferencesS. OC 660