ἀπείργᾰθον, Ep.
ἀποέργαθον(also
A.
ἀπεργ-
Hsch.
), poet.aor. 2ofἀπείργω:—keep away,
Πηλείωνα δόλῳ ἀποέργαθε λαοῦ
Il. 21.599
;ῥάκεα μεγάλης ἀποέργαθε οὐλῆςhepushed backthe ragsfromthe scar, Od, 21.221 ; ἢν μή μ' ὁ κραίνων τῆσδε γῆς ἀπειργάθῃ
S. OC 862
.