ἀπειρία(A),ἡ, (ἄπειροςA) opp.ἐμπειρία,
A. want of skill, inexperience, ignorance,
Hp. Lex 4 , Th. 1.80 ; ἐμπειρία τε τῆς ἀπειρίας κρατεῖ
E. Fr. 619
; ἡ μὲν ἐμπειρία τέχνην ἐποίησεν ἡ δ' ἀπειρία τύχην
Polus
ap. Arist. Metaph. 981a5 ; ὑπὸ ἀπειρίας
Pl. Tht. 167b
; δι' ἀπειρίαν
Id. Grg. 518d
.
2. c. gen. rei, τοῦ θανεῖν
E. Fr. 816.10
;ἀ. μέθης want of skillto carry it discreetly, Antipho 4.3.2 ; ἀ. ἔργου
And. 3.2
; μουσικῆς ἀπειρίᾳ