ἄπειρος(A),ον, (πεῖρα)
A. without trialorexperience ofa thing,unused to, unacquainted with,
ἄθλων
Thgn. 1013
; καλῶν
Pi. I. 8(7).70
; κακότητος
Emp. 112.3
; τυράννων
Hdt. 5.92
. ά; τῆς ναυτικῆς
Id. 8.1
; Περσέων
Id. 9.58
, cf. 46 ;πόνων, νόσων,
A. Ch. 371 , Fr. 350.2 ; γνώμης
S. Ant. 1250
; δικῶν