ἀπερείσιος,ον,
A.
= ἀπειρέσιος (q.v.);ἀπερείσι' ἄποινα countlessransom, Il. 1.13 , al.; ἕδνα
16.178
; δῶρα
A.R. 1.419
; ἄλγος
AP 7.363
.
countless
ἀπερείσιος,ον,
A.
= ἀπειρέσιος (q.v.);ἀπερείσι' ἄποινα countlessransom, Il. 1.13 , al.; ἕδνα
16.178
; δῶρα
A.R. 1.419
; ἄλγος
AP 7.363
.