ἀπερύκω [ῡ],impf.
A.
ἀπήρυκον
Plb. 16.1.3
:aor.
ἀπήρυξα
X. An. 5.8.25
, Isyll. 74 (tm.), Maiist. 45 (tm.):—keep offoraway,
εἰ γὰρ Ἀθήνη . . βελέων ἀπερύκοι ἐρωήν
Il. 17.562
; σύας τε κύνας τ' ἀ.
Od. 18.105
; ἀπερύκοι . . Φοῖβος κακὰν φάτιν
S. Aj. 186
(lyr.);πολέμιονX.l.c., cf. Plb. 16.1.3 : c. gen., στρατὸν . . Μήδων ἀπέρυκε τῆσδε πόλεος
Thgn. 775
: c. acc. etinf.,preventonefrom . .,