ἀπεστώ,οῦς,ἡ, Ion. Noun, (ἄπειμι,cf.εὐεστώ)
A. absence,
ἐπαισχυνομένους τῇ ἀπεστοῖ τῆς μάχης
Hdt. 9.85
, cf. Call. Fr. 340 .
absence,
ἀπεστώ,οῦς,ἡ, Ion. Noun, (ἄπειμι,cf.εὐεστώ)
A. absence,
ἐπαισχυνομένους τῇ ἀπεστοῖ τῆς μάχης
Hdt. 9.85
, cf. Call. Fr. 340 .