ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει,
Hsch.
ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ), Id.
ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id.
ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει,
Hsch.
ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ), Id.