ἀπήμων,ον, gen.-ονος,(πῆμα)
A.
like ἀπήμαντος ,unharmed, unhurt,
ἀδάκρυτος καὶ ἀ.
Il. 1.415
, al.; σὺν νηυσὶν ἀπήμονες ἦλθον Ἀχαιοί
Od. 4.487
;νόστος ἀ.ib. 519 , cf. νῆες ἀπήμονες
Opp. H. 5.676
;ὄλβος,
Pi. Pae. 9.8 ; μοῖρα
A.R. 1.422
;without sorroworcare,
ἀ. κραδία κᾶδος ἀμφ' ἀλλότριον
Pi. N. 1.54
, cf. P. 10.22 : c.gen., ἀ. πάσης οἰζύος
A. Eu. 893