ἄπιστος,ον,
I.
Pass. ,not to be trusted,and so:
1. of persons and their acts,not trusty, faithless,
ὑπερφίαλοι καὶ ἄ.
Il. 3.106
; θεοῖσίν τ' ἐχθρὲ καὶ ἀνθρώποισιν ἄπιστε
Thgn. 601
; ἄ. ὡς γυναικεῖον γένος
E. IT 1298
; ἄ. ληίστορες
Sammelb. 4309.14
(iii B.C.); δολοπλοκίαι
Thgn. 226
; ἄ. ποιεῖν τινά mistrusted,
Hdt. 8.22
, cf. 9.98 ; τὰ ἑαυτοῦ πιστὰ ἀ. ποιεῖν